Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Συνέντευξη: Σπύρος Στάβερης (LIFO, 2010)


Ο φωτογράφος Σπύρος Στάβερης όπως παρουσιάζεται στο περιοδικό LIFO: 

›Γεννήθηκα στο τότε μαιευτήριο της Ακαδημίας. Στο Γαλάτσι των προσφυγικών οικογενειών έζησα τα δυο πρώτα μου χρόνια. Μετά, με πήραν οι γονείς μου και πήγαμε στο Παρίσι, με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή που είχε ζητήσει ο πατέρας μου από έναν γνωστό του Κεφαλλονίτη εφοπλιστή. Πέρασα, όμως, στο Γαλάτσι και αργότερα στη Λούτσα πολλά χρυσά καλοκαίρια. Μου έστρωνε η γιαγιά μου να κοιμηθώ, έξω στην αυλή, κάτω από ένα γιασεμί. Μια χαμηλή μάντρα με χώριζε από τη φίλη μου τη Γεωργία, τη μόνη παιδική φίλη που μου έχει απομείνει.


›Η μητέρα μου ήταν η μόνη από τέσσερις αδελφές που δεν παντρεύτηκε με συνοικέσιο. Ο πατέρας της, τρόφιμος στο ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, δούλεψε πολλά χρόνια μαραγκός στην Αμερικανική Βάση. Ο άλλος μου παππούς, μπάρμαν στο επάγγελμα, έβριζε από το πρωί μέχρι το βράδυ τους «γκάνγκστερ» τους Αμερικανούς. Τους υπεραγαπούσα και τους δυο, αλλά είναι φανερό ότι την αποστροφή στην αδικία και τη ροπή προς την αμφισβήτηση τις κληρονόμησα από την κεφαλλονίτικη πλευρά της οικογένειας, μαζί με την αναπόφευκτη κεφαλλονίτικη τρέλα. Παρανομίες, φυλακίσεις, εξορίες, η συφιλιασμένη δημοκρατία της μετεμφυλιακής εποχής και αργότερα η χούντα δεν άφησαν παρά ελάχιστα χρόνια ελευθερίας στον θείο μου τον Ηλία και στη θεία μου την Ουρανία. Δεν έχω ρωτήσει ποτέ τον πατέρα μου γιατί αποφάσισε να ξενιτευτεί. Ήταν νεαρός αντάρτης στο βουνό όταν τον έπιασαν όμηρο οι Γερμανοί. Με την απελευθέρωση γύρισε από τη Γερμανία με λάφυρο μια γερμανική φωτογραφική μηχανή (που του την έκλεψαν λίγο αργότερα σε ένα λεωφορείο στην Αθήνα). Μετά τον Εμφύλιο πήγε φαντάρος και τότε, στη διάρκεια της θητείας του, γεννήθηκα εγώ.

›Στο Παρίσι δεν γνωρίζαμε κανέναν. Μας φιλοξένησε τον πρώτο καιρό μια Ρωσίδα, η Νατάσα, που μεγάλωνε μόνη της την κόρη της, την Ελένη, που έγινε ομογάλακτη αδελφή μου. Είναι σύμπτωση που μου αρέσουν τόσο πολύ οι Ρώσοι συγγραφείς; Ο πατέρας μου βρήκε δουλειά στη Ρενό, τότε που οι εργάτες πήγαιναν στο εργοστάσιο με τα τσόκαρα. Η μητέρα μου ξανάπιασε εκεί τη μοδιστρική. Στην Αθήνα είχε δουλέψει στο Εθνικό Θέατρο και είχε ράψει κοστούμια για τη Βέμπο και την Έλλη Λαμπέτη. Στο Παρίσι είχε μια μόνιμη πελάτισσα, την «ψηλή», ένα μανεκέν που μεταπουλούσε τα ρούχα που της έφτιαχνε.

›Το πρώτο μας σπίτι στο Παρίσι ήταν και το τελευταίο, ένα σκέτο δωμάτιο αρχικά, στο οποίο αργότερα προστέθηκε ένα δεύτερο, χωρίς κουζίνα, με τουαλέτα στον διάδρομο, σε μια πολυκατοικία που υπήρξε στρατώνας του Ναπολέοντα ΙΙΙ. Εκεί μένουν ακόμη οι γονείς μου (με κάποιες πρόσθετες και στην αρχή παράνομες, αναγκαίες ανέσεις). Είχε όμως δυο προτερήματα: βρισκόταν στην καρδιά του Παρισιού και ήταν μεσοτοιχία με το Χειμερινό Τσίρκο των αδελφών Μπουγκλιόν. Κοιμόμουν με τους βρυχηθμούς των λιονταριών. Πότε-πότε το έσκαγε και καμιά μαϊμού και φώναζαν τους πυροσβέστες να τη μαζέψουν από τη στέγη.

›Είχα ένα μόνιμο απωθημένο να γνωρίσω κάποτε από τα μέσα τον κόσμο του τσίρκου. Δεν μου βγήκε σε καλό. Ήταν η πιο σκληρή δουλειά που έκανα ποτέ, ως χαμάλης βέβαια. Στο τέλος, με λυπήθηκαν και μου έδωσαν να κρατάω στις παραστάσεις έναν προβολέα. Χάιδευα μ' αυτόν τις ακροβάτισσες, που δεν μου το ανταπέδωσαν ποτέ, και ήμουν πολύ ευχαριστημένος που είχα σκεφτεί να σημαδεύω μέσα στην κατασκότεινη αίθουσα το μάτι του μαύρου πάνθηρα.

›Όταν βρήκαν οι γονείς μου ένα διαμέρισμα για να αγοράσουν, υπήρξε μια και μοναδική ευκαιρία για μια καλύτερη μετεγκατάσταση, αλλά πήγε χαμένη γιατί δεν τους άρεσε η συνοικία, που ήταν κακόφημη. Ήταν κοντά στην Κεντρική Αγορά, λίγο πριν την γκρεμίσουν και στη θέση της φτιάξουν το... Μπομπούρ. Αδικία! Σε ένα απ' αυτά τα σκοτεινά στενά μού φώναξε ένα βράδυ να πάω κοντά του ένα κορίτσι στην ηλικία μου - τότε πήγαινα ακόμη γυμνάσιο. Φορούσε ένα κόκκινο παλτό. Όμορφη πολύ, τουλάχιστον έτσι έχει μείνει στη μνήμη μου. Δεν σταμάτησα, απλώς λίγο γύρισα να την κοιτάξω. Από τότε προσπερνάω πάντα αυτά τα κοριτσία μ' ένα χαμόγελο, όταν μου απευθύνονται. Έχω κρατήσει σημειώσεις από τη Rue Saint-Denis, όπου μου άρεσε πολύ να ανεβοκατεβαίνω, με τα λόγια τους, τις χειρονομίες, τα αστεία και τους τσακωμούς τους. Κάποτε, στην Αθήνα, πλήρωσα για να βρεθώ για λίγο με ένα κορίτσι σε ένα δωμάτιο. Σάστισε που ήθελα μόνο να της μιλήσω. Καθίσαμε δίπλα δίπλα. Ήταν τόσο άδικο, τόσο εξοργιστικά βίαιο, να μην μπορώ να κάνω τίποτα γι' αυτό το ξανθό κορίτσι, τόσο ξανθό που έλεγες ότι είχε γεμίσει το θλιβερό δωμάτιο με όλο το στάρι της Ουκράνιας.

›Δεν είμαι φωτογράφος του περιθωρίου, πρόκειται για παρεξήγηση. Είμαι μάλλον ένας φωτογράφος χωρίς ιδιότητες. Φωτογραφίζω την υπερβολή ως σύμπτωμα περισσότερο, είτε έχει να κάνει με τους κοσμικούς είτε με τους περιθωριακούς. Βέβαια, δεν πρόκειται για την ίδια υπερβολή. Όταν είσαι στο περιθώριο, δεν προσποιείσαι ότι ζεις, αλλά ζεις με το ένστικτο. Αυτό το βρίσκω πολύ πιο έντιμο, πιο κοντά στα ουσιώδη και πάντα θα με συγκινεί η αξιοπρέπεια της πτώσης.

›Οι εικονογραφικές μου επιρροές δεν έχουν να κάνουν με την ιστορία της φωτογραφίας. Εξάλλου, δεν είχα ποτέ σκεφτεί ότι θα γινόμουν φωτογράφος. Ήξερα, βέβαια, κάποια ονόματα από την «ανθρωπιστική» σχολή των Γάλλων φωτογράφων, γι' αυτό και χάρηκα πολύ όταν ένας φίλος μ' έστειλε να επισκεφτώ στο σπίτι του τον Robert Doisneau, θεωρώντας ότι είχαμε μια κοινή ματιά. Αλλά ως εκεί. Νομίζω πως αν κάτι χαρακτηρίζει τις φωτογραφίες μου, αυτό είναι μια θεώρηση του κόσμου και ένα κινηματογραφικό υπόβαθρο.

›Δεν θυμάμαι πολλά από την παιδική μου ηλικία. Μάλλον βιαζόμουνα να μεγαλώσω, να αυτονομηθώ και να ξεχάσω αυτή την περίοδο της ζωής μου, όπου δίνεται μια υπόσχεση που ποτέ στο μέλλον δεν πρόκειται να τηρηθεί. Γι' αυτό και δεν έχω καθόλου καλή μνήμη. Η φωτογραφία μου προσφέρει την ευκολία της χρονολογικής καταγραφής. Μου προσφέρει κι άλλα πράγματα, μια εξωστρέφεια που αλλιώς δεν την έχω καθόλου, ένα θάρρος που μπορεί να θεωρηθεί κάποιες φορές και θράσος και μια οργανική σχέση με τον κόσμο και την πόλη μου.

›Ο πατέρας μου πάσχισε από νωρίς να μου εξασφαλίσει τη σιγουριά και την ελευθερία των επιλογών μου, αλλά με έναν τρόπο λίγο ανυπόμονο. Στα οχτώ μου ταξίδευα μόνος μου με τρένο και πλοίο, προσκολλημένος σε έναν Έλληνα που δεν ήξερα, για να πάω μετά τις διακοπές να συναντήσω τους γονείς μου στο Παρίσι. Έτσι έμαθα και το ποδήλατο ή το μετρό, στα βαθιά κατευθείαν. Είχα πιάσει όμως τον πατέρα μου να κρύβεται πίσω από τις κολόνες του μετρό για να σιγουρευτεί ότι έπαιρνα τη σωστή κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν να θεωρώ πολύ νωρίς τον δρόμο σαν το σπίτι μου, να κάνω μόνος μου ριψοκίνδυνα ταξίδια, να εξαφανίζομαι στα βουνά της Ελβετίας, όπου η μητέρα μου έβρισκε δουλειά για τον καθαρό αέρα μας. Σ' αυτά τα βουνά σκότωσαν φέτος ένα λύκο. Ταυτόχρονα, όμως, μπορώ να χαθώ για ώρες επειδή ντρέπομαι να ζητήσω οδηγίες για να βρω τον δρόμο μου.

›Η κουλτούρα στο σπίτι ήταν προλεταριακή, αλλά όχι με τη στενή έννοια. Δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε κάτι που συνδεόταν με τα επιτεύγματα του σοσιαλισμού. Πόσες φορές έχω πάει στις παραστάσεις της χορωδίας του Κόκκινου Στρατού, αλλά και των Μπολσόι! Ήμουν φυσικά και στην υποδοχή του Γκαγκάριν, παρών και στους θριάμβους του Τσέχου αθλητή Εμίλ Ζατοπέκ. Πάνω από το κρεβάτι μου υπήρχε, όμως, πάντα ένας πίνακας του Πικάσο, που μάταια προσπάθησα να αντικαταστήσω στα χρόνια της αμφισβήτησης με μια αφίσα για τη νίκη των Βιετκόνγκ, και αλλού στον τοίχο ένας Βαν Γκογκ. Οφείλω στον πατέρα μου, που ξεροστάλιασε μια νύχτα ολόκληρη έξω από την Όπερα των Παρισίων για να μας βρει εισιτήρια, τη μοναδική ευκαιρία να βρεθώ σε μια συναυλία της Μαρίας Κάλλας.

›Αποφάσισα να σπουδάσω Ιστορία, όπως πολλοί επαναστατημένοι νέοι μετά τον 'Μάη του 68, γιατί ήταν η επιστήμη που περιέκλειε όλες τις άλλες και γι' αυτό θα μας έδινε τα κλειδιά για να κατανοήσουμε τον κόσμο και να τον αλλάξουμε. Γνώρισα την έξαψη της βιβλιοφιλικής έρευνας σε βιβλιοθήκες-διαστημόπλοια, αλλά το κάλεσμα του δρόμου υπήρξε στο τέλος πιο δυνατό. Άρχισα να μελετάω τον ρόλο των μικροαστικών στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία και κατέληξα να μπαίνω σε μικροαστικά σπίτια για να κάνω πορτρέτα. Νομίζω πως αυτή η μεταστροφή θα μ' έκανε τώρα καλύτερο ιστορικό. Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα της Άννας Κομνηνής, διαπίστωσα πόσος κρυμμένος ερωτισμός υπάρχει στις περιγραφές ρωμαλαίων ανδρών που την εντυπωσίαζαν, ακόμη και εχθρών. Αυτό δεν θα το αντιλαμβανόμουνα χωρίς τη διαμεσολάβηση της φωτογραφίας, της δυνατότητας που δίνει να πλησιάζεις και να σκηνοθετείς το σώμα.

›Στην ιστορία της ζωής μου, η Αθήνα φαίνεται να έχει νικήσει κατά κράτος το Παρίσι. Όταν γύρισα εδώ, αισθανόμουν προδομένος από το Παρίσι, την πόλη που μέχρι τότε μου ανήκε. Κάτι γελοία ψυχολογικά τεστ μου είχαν κλείσει την πόρτα μιας σχολής φωτογραφίας και μια απόπειρα να κινηματογραφήσω ένα δικό μου σενάριο έμεινε μεταξεταστέα. Στην Αθήνα είναι (ήταν) σχετικά εύκολο να ξεκινήσεις αυτό που θέλεις, μετά όμως χρειάζεσαι άλλες αντοχές για να μη σε συνθλίψουν οι κλειστοί ορίζοντες. Ο, τι έκανα εδώ ήταν απόρροια μιας φτωχής τέχνης. Συμβιβάστηκα με αυτό που μου παρείχε ο υποτυπώδης εξοπλισμός μου, χωρίς όμως να το κάνω και πανάκεια. Συμβιβάστηκα, επίσης, με την ιδέα ότι ο χώρος μου είναι η φωτογραφία, και όχι ο κινηματογράφος, κι ας με έχει διαμορφώσει οριστικά η Γαλλική Ταινιοθήκη. Αφότου κατάλαβα ότι η φωτογραφία έχει τη δική της αυτονομία και δεν είναι ένα απλό σκαλοπάτι προς κάτι πιο ολοκληρωμένο κι ότι επίσης μου ταιριάζει και πολύ περισσότερο στον χαρακτήρα, απελευθερώθηκα.

›Δεν πιστεύω στο έμφυτα ταλέντα. Αν δεν μου ζητούσε ο Στάθης στις πρώτες μέρες της γνωριμίας μας να «βγάλω τον διάβολο από μέσα μου», θα συνέχιζα να τραβάω καλαίσθητες φωτογραφίες με αναφορές στους κλασικούς (πάντα τους Γάλλους). Τίποτα περισσότερο. Η παρατήρηση αυτή λειτούργησε ακαριαία -είμαστε κι Επτανήσιοι, μην το ξεχνάμε- και κατά τη διάρκεια της φιλίας μας μου δόθηκαν πολλαπλά κίνητρα για να ανασύρω ένα πιο άμεσο, αυθόρμητο και τολμηρό κομμάτι του εαυτού μου. Εκεί αναζητώ και τώρα την «έμπνευση» και τη «δεύτερη πνοή». Με γοητεύουν πολύ οι Γιαπωνέζοι φωτογράφοι, οι τόσο παραγνωρισμένοι - εκτός από τον Αράκι. Θαυμάζω την ιλιγγιώδη αισθητική και την απαράμιλλη τόλμη τους, αλλά θα ήθελα να τους παραβγώ με τον δικό μας μεσογειακό ρομαντισμό.

›Δεν με απασχόλησαν ποτέ οι θρησκείες, αυτή η μεταφυσική της ανθρώπινης αδυναμίας ποτέ δεν με άγγιξε. Αυτό έλειπε, μετά τον Λασκαράτο, να πιστεύω στον Θεό. Το δίπολο σεξ και θρησκεία υπάρχει όμως έντονα στις φωτογραφίες μου. Μου έτυχε να ερωτευτώ μικρός μια τσιγγανοπούλα στο πανηγύρι του Αγ. Γεράσιμου, όταν έφερναν ακόμη αλυσσοδεμένους τους τρελούς, που ούρλιαζαν στο πέρασμα της πένθιμης μπάντας. Το πένθος, ο έρωτας, η τρέλα, όλος ο Λόρκα ήταν εκεί. Σε μια πιο μεγάλη ηλικία έκανα ένα αρκετά μπουνουελικό, όπως το αντιλαμβάνομαι τώρα, πείραμα. Κοντά στην πλατεία Βικτωρίας μού τράβηξε την περιέργεια ένα αναγεννησιακό κορίτσι που μπήκε στην εκκλησία των Φραγκισκανών. Την ακολούθησα, περίμενα να τελειώσει τις προσευχές της, στάθηκα κοντά στην πόρτα για να με δει καθώς θα έφευγε και μετά εμφανιζόμουνα κατά διαστήματα μπροστά της, έχοντας κάνει τον γύρο του κάθε τετραγώνου τρέχοντας. Στο τέλος τρόμαξε, ήμουν πια για 'κείνη ο διάβολος μεταμορφωμένος, και τρόμαξα κι εγώ. Αργότερα, έμαθα ότι αυτή η εκκλησία, όπου φυλάγεται και το λείψανό του, είναι αφιερωμένη στον Αγ. Βαλεντίνο.

›Η αίσθηση της ομορφιάς δεν είναι κάτι περισσότερο από μια αυθόρμητη θετική προδιάθεση απέναντι σε κάποιον που μας φαίνεται ωραίος. Όσο πάει όμως και αναζητώ την ομορφιά εκεί που δεν βρίσκεται και σίγουρα δεν είναι το φετίχ μου. Το πιο έντονο συναίσθημα πάνω σ' αυτό το ζήτημα μού το προκάλεσε ένα κορίτσι στο παρισινό μετρό πριν πολλά χρόνια. Είχα καθίσει απέναντί της και μετά από λίγο δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από τα μάτια της. Το πρόσωπό της ήταν κατεστραμμένο, το βλέμμα της λαμπερό όσο δέκα ήλιοι. Κατάλαβε ότι την κοιτούσα επίμονα και κάποια στιγμή μου φάνηκε πως δάκρυσε. Δεν βρήκα, όμως, το θάρρος να της μιλήσω.

›Αν τολμώ να πω πως κάτι με χαρακτηρίζει, είναι μια πολύ αισιόδοξη ελαφριά μελαγχολία. Μπορεί και να οφείλεται στα νερά του Σηκουάνα, που πάντοτε τη νύχτα μου φαινόντουσαν τρομαχτικά, γιατί ήταν νύχτα και τότε που η μητέρα μου, σε μια στιγμή απόγνωσης, στεκόταν στην άκρη μιας γέφυρας, κρατώντας με από το χέρι. Αισθανόμενος τον κίνδυνο, είχα αντιδράσει και την είχα τραβήξει, και μόνο όταν της είπα να φύγουμε την έκανα και συνήλθε. Η φίλη μου η Denise Avenas, Γαλλίδα συγγραφέας και κόρη εργατών η ίδια, μου είχε πει κάποτε ότι στις εργατικές οικογένειες το πρώτο παιδί, συνήθως, απορροφάει όλη την ενέργεια για μια μετέπειτα ανέλιξη. Το δεύτερο θυσιάζεται. Επειδή γνώρισα την αδελφή της, ξέρω πως έτσι είναι. Το πείσμα, τελικά, δεν είναι τίποτα άλλο από αυτήν τη δύναμη της προσδοκίας που μεταδίδεται στα παιδιά για μια φυγή μακριά από το πεπρωμένο της τάξης. Υπάρχει σ' αυτό το σπέρμα της εκδίκησης.

›Αυτά που έκανα εδώ στη φωτογραφία δεν θα μπορούσα να τα κάνω αλλού. Μου χρειάζεται τελικά μια οικειότητα, μια συνενοχή, που μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσα να βρω. Η Αθήνα μου πάει, είχε όταν πρωτοήρθα, και το διατηρεί ακόμη, αυτό τον αντιφατικό χαρακτήρα της παλιομοδίτικης και της σύγχρονης πόλης που μ' ενθουσιάζει. Είναι σαν να με βοηθάει να οικειοποιηθώ, πάλι μέσω της φωτογραφίας, κομμάτια ολόκληρα από το παρελθόν μου.

›Όλη αυτή η καλπάζουσα κρίση μού έχει δημιουργήσει μια μεγάλη απορία. Πώς είναι δυνατόν το αστικό κράτος, με όλες αυτές τις κυβερνήσεις που συναγωνίζονται τους Μπρανκαλεόνε , να στρέφει με τέτοια άνεση τη βάση της εξουσίας του, δηλαδή τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα, ενάντια στον εαυτό του; Στο πιο παρανοϊκό σύστημα που έφτιαξε ποτέ η ανθρωπότητα προστίθεται τώρα κι άλλη μια παρανοϊκή παράμετρος. Εκτός κι αν η τηλεόραση, με δεδομένη την απουσία του εργατικού κινήματος, θεωρείται πια το κατεξοχήν μέσο για να εξασφαλίσει την ηγεμονική ιδεολογία και την πολιτική διαχείριση της εξουσίας. Αυτό κι αν είναι τρελό!

φώτο: Σπύρος Στάβερης
κείμενο: LIFO.gr
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget